Δημιουργεί η Χώρα μας τις αναγκαίες και ικανές συνθήκες για την ανάπτυξη;

Τα τελευταία χρόνια, σε μια πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα συν -αντίληψη, οι πάντες συμφωνούν ότι η λύση στο πρόβλημα της οικονομίας μας είναι η περίφημη ανάπτυξη. Αν δε, κάποιος αφελής ρωτήσει τι χρειάζεται για να έρθει επιτέλους αυτή η ανάπτυξη, η λίστα των προαπαιτούμενων είναι ένας ακόμα μεγαλύτερος ύμνος στη εθνική συνεννόηση…

Του Κώστα Γιατζιτζόγλου
Διευθύνοντος Συμβούλου της ΓΕΩΕΛΛΑΣ

Όλοι θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια, την -πολλές φορές απέλπιδα -προσπάθεια του καθηγητή των μαθηματικών να εξηγήσει την διαφορά ανάμεσα στην ικανή και την αναγκαία συνθήκη. Στο σχολείο μας είχε μείνει ιστορικό το παράδειγμα «αναγκαία συνθήκη για να μάθετε μαθηματικά είναι να έχετε μυαλό, αλλά ικανή συνθήκη για να μάθετε μαθηματικά είναι να θέλετε να το χρησιμοποιήσετε»

Τα τελευταία χρόνια, σε μια πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα συν -αντίληψη, οι πάντες συμφωνούν ότι η λύση στο πρόβλημα της οικονομίας μας είναι η περίφημη ανάπτυξη. Αν δε, κάποιος αφελής ρωτήσει τι χρειάζεται για να έρθει επιτέλους αυτή η ανάπτυξη, η λίστα των προαπαιτούμενων είναι ένας ακόμα μεγαλύτερος ύμνος στη εθνική συνεννόηση . Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι εννέα στους δέκα Έλληνες πιστεύουν ότι η υπερβολική φορολογία, το περίπλοκο νομικό πλαίσιο, το ανίκανο και διεφθαρμένο κράτος, η αργή απονομή δικαιοσύνης, το εχθρικό κλίμα προς τους επενδυτές, η έλλειψη υποδομών, είναι τα κύρια εμπόδια που συναντά στο δρόμο της η πολυπόθητη ανάπτυξη. Θα μπορούσαμε λοιπόν εύκολα να συμπεράνουμε ότι, αν αρθούν, ή έστω μετριαστούν αυτά τα εμπόδια, η χώρα θα αρχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς Κίνας της καλής εποχής και όλα τα οικονομικά προβλήματα μας θα λυθούν για τις επόμενες δέκα γενιές.

Φαίνεται συνεπώς ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε πως η άρση αυτών των εμποδίων είναι η αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη. Προφανώς, κανένας λογικός επενδυτής δεν θα έρθει σε μια χώρα εχθρική προς τις επενδύσεις. Είναι όμως και ικανή; Με αλλά λόγια, αν ένα μαγικό χέρι ερχόταν και εξαφάνιζε όλες αυτές τις παθογένειες που όντως βασανίζουν την όποια εναπομείνασα επιχειρηματικότητα στην πατρίδα μας, θα ερχόντουσαν την επόμενη στιγμή στρατιές επενδυτών; Η απάντηση είναι πως μάλλον όχι. Για να προσελκύσει κανείς επενδυτές, δεν αρκεί να μην έχει συγκριτικά μειονεκτήματα. Πρέπει να έχει και συγκριτικά πλεονεκτήματα. Βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι η πλήρης εξάλειψη των συγκριτικών μειονεκτημάτων ισοδυναμεί υπό προϋποθέσεις με την δημιουργία συγκριτικού πλεονεκτήματος, αν για παράδειγμα η Ελλάδα αποκτούσε το πιο αποτελεσματικό κράτος στην Ευρώπη και εφάρμοζε την χαμηλότερη φορολογία. Κάτι τέτοιο όμως μάλλον ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας.

Μιλώντας λοιπόν για ανταγωνιστικό η συγκριτικό πλεονέκτημα, θα πρέπει να το αναζητήσουμε ανάμεσα σε πλεονεκτήματα και όχι σε απουσία μειονεκτημάτων. Ειναι δε κοινά παραδεκτό ότι συνήθως τα πλεονεκτήματα μιας χώρας βρίσκονται στους φυσικούς της πόρους, στους ανθρώπους της και στην γεωπολιτική της θέση. Παρόλο που η ανάλυση του σε ποιους από αυτούς τους τομείς έχει η δεν έχει η χώρα μας συγκριτικό πλεονέκτημα και γιατί, ξεπερνάει τις φιλοδοξίες αυτού του άρθρου, δεν ειναι δύσκολο να συμφωνήσουμε ότι δεν έχουμε και πολλά ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Προφανώς, αν είχαμε, το επενδυτικό τοπίο θα ήταν τελείως διαφορετικό, έστω και με τα τόσα πολλά μειονεκτήματα.

Είναι όμως κοινός τόπος, ότι η χώρα μας είναι «ευλογημένη από τον θεό». Το κλίμα και το φυσικό κάλλος του τοπίου την κάνουν περιζήτητο τουριστικό προορισμό, ενώ στο έδαφος της μπορούν να παραχθούν κάποια εξαιρετικής ποιότητας αγροτικά προϊόντα. Ακόμα και η θέση της αποτελεί, απο πολλές πλευρές, συγκριτικό πλεονέκτημα, παρόλο που ιστορικά έχει αποτελέσει και σοβαρότατο μειονέκτημα. Εκείνο που δεν ειναι, δυστυχώς, τόσο κοινός τόπος, είναι ότι και στο υπέδαφος της είναι ανάλογα ευλογημένη. Πλήθος διαφορετικών ορυκτών, μεταλλικών, ενεργειακών και βιομηχανικών υπάρχουν κάτω από τα πόδια μας. Προφανώς δεν πρόκειται να αποδόσουν τις εκατοντάδες δισεκατομμύρια που κάποιοι με αφέλεια η και δόλο υπολογίζουν, αλλά σαφώς είναι τόσα ώστε σήμερα να μιλάμε για συνδρομή του κλάδου των ορυκτών στο ΑΕΠ περί το 3%, η οποία με εφικτές επενδυτικές κινήσεις και σε εύλογο χρόνο θα μπορούσε να φτάσει στο 6%.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς βαθύς γνώστης της επιστήμης των οικονομικών για να κατανοήσει ότι χωρίς τις ικανές συνθήκες η ανάπτυξη δεν θα έρθει, και ότι μια απο τις – λίγες – ικανές συνθήκες ανάπτυξης αυτής της χώρας είναι και οι φυσικές / ορυκτές πρώτες της ύλες. Εκείνο που προξενεί όμως επιεικώς απορία, ειναι το γιατί η αξιοποίηση του ορυκτού μας πλούτου είναι τόσο χαμηλά στην δημόσια συζήτηση. Παρόλες τις άοκνες προσπάθειες του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, το θέμα της αξιοποίησης του ορυκτού μας πλούτου επιδεικτικά αγνοείται απο την πολιτική ηγεσία, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνει περιορισμένη δημοσιότητα. Μια πρόχειρη προσέγγιση στο ζήτημα θα μπορούσε να εντοπίσει ως κύριο αίτιο την δαιμονοποίηση κάθε παραγωγικής δραστηριότητας μεγάλης κλίμακας. Δυστυχώς, η δαιμονοποίηση αυτή υφίσταται σε υπερθετικό βαθμό όταν μιλάμε για την εξορυκτική βιομηχανία, ακόμα και από το τμήμα αυτό της πολιτικής ηγεσίας που θεωρητικά είναι υπεύθυνο για την ανάπτυξη της. Παράλληλα με την δαιμονοποίηση, δεν είναι σαφές σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού το πόσο συνεισφέρει και πόσο θα μπορούσε να συνεισφέρει η εξορυκτική βιομηχανία στην εθνική μας οικονομία. Παρακολουθώ με δέος το πόσο εύκολα είμαστε έτοιμοι ως λαός να απεμπολήσουμε το δικαίωμα μας να αξιοποιήσουμε το μόνο μέχρι σήμερα αξιοποιήσιμο ενεργειακό ορυκτό μας, τον λιγνίτη.

Όπως λοιπόν θα έλεγε και ο αγαπημένος μου καθηγητής των μαθηματικών, για να συμβεί κάτι – η ανάπτυξη – πρέπει να συντρέχουν τόσο οι αναγκαίες όσο και οι ικανές συνθήκες. Για να αξιοποιήσουμε όλον τον φυσικό πλούτο της χώρας, πρέπει πέρα από τις αναγκαίες συνθήκες να συντρέχουν και οι ικανές. Αναγκαίες συνθήκες ειναι η αξιοποίηση με σεβασμό στο περιβάλλον, η μεγιστοποίηση του οφέλους για την εθνική οικονομία, η βιωσιμότητα των επενδύσεων. Ικανή συνθήκη ειναι να θελήσουμε ως λαός την αξιοποίηση του ορυκτού μας πλούτου. Χωρίς αυτή την συνθήκη, τίποτα δεν πρόκειται να προχωρήσει.

2019-09-03T19:45:18+00:00