Εχει σημασία η προέλευση του επώνυμου λίθου;

Δρ. Πέτρου Τζεφέρη
– Συγγραφέα
– Γ.Δ/τη Ορυκτών Πρώτων Υλών ΥΠΕΝ

Εχει σημασία αλήθεια αν το σημαντικότερο μαρμάρινο άγαλμα του αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου (βρέθηκε στην Prima Porta, Ρώμη) που κοσμεί το μουσείο του Βατικανού είναι από Παριανό μάρμαρο; Και ότι χρειάστηκε να εφαρμοστούν σύγχρονες ειδικές μέθοδοι (αρχαιομετρικές, φασματοσκοπικές, ισοτόπων C-O κλπ.) για να αποδειχτεί τελικά ότι (και) γι’ αυτό οι Ρωμαίοι προτίμησαν το Παριανό μάρμαρο και όχι εκείνο της Καράρα στο οποίο είχαν ενδεχομένως ευκολότερη πρόσβαση;

Αλήθεια πόσοι γνωρίζουν από πού προέρχεται το μάρμαρο από το οποίο έχουν δομηθεί τα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής τέχνης; O Eρμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου, ο Αρπιστής της Κέρου κ.α. Κι ακόμη τα αγάλματα που βρέθηκαν στα παλάτια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων ή τα νεώτερα Αναγενησσιακά, που σήμερα κοσμούν τα μουσεία του Καπιτωλίου, του Βατικανού, την Βασιλική του Αγίου Πέτρου (πχ τα αγάλματα του Δαβίδ και της Πιετά του Μιχαήλ Άγγέλου) και πλήθος άλλα; Από τί υλικό είναι τα μεγάλα εμβληματικά αρχιτεκτονήματα όπως ο Παρθενώνας, το Κολοσσαίο της Ρώμης, ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο ή ακόμη και νεώτερα όπως οι προσκυνηματικοί τόποι στη Μέκκα και τη Μεδίνα της Σαουδικής Αραβίας και το μουσείο Getty του Λος Αντζελες;

Θα μου πείτε τι αξία μπορεί να έχει η προσέγγιση αυτή, όταν την ίδια στιγμή τα ίδια τα ελληνικά έργα τέχνης, ανεξαρτήτως προέλευσης της πρώτης ύλης, έχουν ταξιδέψει και φιλοξενούνται σε μουσεία της αλλοδαπής, χωρίς μεγάλες ελπίδες επιστροφής; Όταν για παράδειγμα, υπάρχει μετόπη του Παρθενώνα που παριστάνει ακέφαλο Κένταυρο (από την πάλη των Θεσσαλών Λαπιθών ενάντια στους Κενταύρους) η οποία βρίσκεται εδώ και 200 χρόνια στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, ενώ την ίδια στιγμή το κεφάλι του Κενταύρου βρίσκεται στο Γερμανικό μουσείο του Würzburg. Και φυσικά αμφότερα δεν επιστρέφονται! Όταν, την ίδια στιγμή ο (Γερμανός, H. Fischer) διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, παρότι δεν αμφισβητεί την προέλευση (provenance), ισχυρίζεται μετά παρρησίας ότι η Ελλάδα δεν είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης των Ελγινείων του Παρθενώνα (αλλά οι επίτροποι του μουσείου!!) και συνεπώς αυτά ούτε επιστρέφονται, ούτε δανείζονται στην Ελλάδα. Κι ακόμη ότι δεν έχει νόημα το point περί κατακερματισμού και διαίρεσης, διότι ούτως ή άλλως τα έργα αυτά βρίσκονται εκτός του αρχικού τους πλαισίου και η τοποθέτησή τους στο μουσείο Ακρόπολης (μαζί με τα υπόλοιπα) δεν τα επαναφέρει στο φυσικό περιβάλλον για το οποίο δημιουργήθηκαν!!

Χάρτης κυριότερων αρχαίων λατομείων μαρμάρου της Αν. Μεσογείου (από Ε. Χιώτη).

 

Δυστυχώς την ανωτέρω συμπεριφορά την έχουμε πλέον εμπεδώσει. Οι τακτικισμοί και οι οικονομικές σκοπιμότητες των σημερινών μεγάλων μουσείων του κόσμου δεν θα λείψουν ποτέ αλλά κατά την άποψή μας δεν θα πρέπει να επηρεάζουν τουλάχιστον την αξία της πληροφορίας που αφορά την προέλευση. Γενικότερα, η άποψη ότι όλα τα μνημεία της τέχνης όπου κι αν εκτίθενται και από οποιοδήποτε υλικό κι αν κατασκευάστηκαν, αποτελούν μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομάς (και είναι σωστό αυτό), δεν αναιρεί την επιστημονική και ιστορική αξία (αλλά και τις πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις) της προέλευσης, τόσο για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας όσο και ως συμβολή στην ιστορία της τέχνης. Επιπλέον, η γνώση αυτή μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την διακίνηση του μαρμάρου, τα εμπορικά δίκτυα, την τέχνη, την πολιτιστική κουλτούρα του κάθε τόπου κ.α. Τέλος, η υπόδειξη του αρχαίου λατομείου από το οποίο έχει προέλθει το μάρμαρο θεωρείται χρήσιμη για τις εργασίες αποκατάστασης, συντήρησης ή αναστύλωσης των μνημείων ώστε η τυχόν προσθήκη υλικών να προέρχεται από την ίδια πηγή με στόχο τη διατήρηση της υλικής υπόστασης και της αυθεντικότητάς τους. Αυτό σημαίνει ότι όταν κατά τη διάρκεια των έργων συντήρησης ενός μνημείου είναι απαραίτητη η προσθήκη αρχιτεκτονικών μελών, αυτά θα πρέπει να προέρχονται το δυνατόν από τις ίδιες πηγές, ώστε να μην αλλοιωθεί η αυθεντικότητα του μνημείου. ώστε τα τμήματα που λείπουν ή έχουν καταστραφεί, να συμπληρωθούν από το ίδιο πέτρωμα και να μην παρατηρούνται αισθητικές αστοχίες που προσβάλουν το μνημείο. Ηδη αυτό γίνεται στην Ακρόπολη και σε άλλα μνημεία μας, από το λευκό («πεντελικό») μάρμαρο που εξορύσσεται και σήμερα από το (παρακείμενο στην Πεντέλη) Διονυσοβούνι Αττικής (φωτ.).

 

Κατά την άποψή μας, η ταυτοποίηση της χρήσης των ελληνικών μαρμάρων και λίθων στον αρχαίο κόσμο αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας. Όχι μόνο των λευκών (Πεντέλης, Θάσου, Πάρου, Νάξου κλπ) που κυριάρχησαν κατά την αρχαιότητα αλλά και πολλών εγχρώμων (κόκκινα, πράσινα, γκρίζα, µαύρα, πολύχρωμα κ.α.), τα οποία χρησιμοποιήθηκαν επίσης στην κατασκευή και διακόσμηση οικοδομημάτων και έργων τέχνης της προχριστιανικής, Ρωμαϊκής αλλά και της Βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου.

Τα έγχρωμα μάρμαρα της Μάνης (Nero Antico, Roso anticο) είναι ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα γνωστά από την εποχή του Στράβωνα, του Πλίνιου και του Παυσανία μάρμαρα της χερσονήσου του Ταινάρου που θεοποιήθηκαν στην αρχαία Ρώμη, άρχισαν να αμφισβητούνται ως προς τη χρήση τους σε ορισμένα έργα τέχνης, την τελευταία δεκαετία μετά την ανακάλυψη των αρχαίων λατομείων της περιοχής Göktepe της Μικράς Ασίας (2006). Μεταξύ αυτών και οι περίφημοι Κένταυροι, γνωστοί ως Furietti Centaurs ή Ragionieri Greci, ο νεαρός και ο γέρος Κένταυρος, έργα των Ελλήνων γλυπτών των ελληνιστικών χρόνων Αριστέα και Παπία, που βρέθηκαν το 1736 στο παλάτι του Αδριανού στο Τίβολι και εκτίθενται σήμερα στο Καπιτώλιο της Ρώμης (στο Palazzo Nuovo). Οι περίφημοι Κένταυροι, μέχρι πρότινος θεωρούνταν ως έργα από το μαύρο της Μάνης, εντούτοις σήμερα αποδίδονται πλέον στα προσφάτως ανακαλυφθέντα αρχαία λατομεία στο Göktepe της σημερινής Τουρκίας, 40 περίπου χλμ ΝΔ της αρχαίας Αφροδισιάδας της Καρίας (χάρτης). Ανάλογες αμφισβητήσεις, σε μικρότερο βαθμό, έχουν διατυπωθεί και για ένα ακόμη αριστούργημα των ιδίων γλυπτών, που απεικονίζει τον “Μεθυσμένο Σάτυρο” («Fauno Rosso»), επίσης στο Capitoline Museum, Ρώμη (βλ. Φωτ).

Εκτός από το Göktepe, στην ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας υπάρχει τα τελευταία χρόνια μεγάλη κινητικότητα με την ανακάλυψη πολλών αρχαίων λατομείων, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί με σκοπό την ταυτοποίησή τους σε έργα τέχνης της Ελληνιστικής και Ρωµαϊκής Εποχής. Ενδεικτικές είναι οι περιοχές Δοκίμειον, Φρυγία (σημερινό Αφιόν Καραχισάρ), Αφροδισιάδα (Muğla, «Göktepe»), Έφεσος, Μίλητος, η επαρχία Ουσάκ (Uzak), η περιοχή Milas και η αρχαία πόλη Iasos, η περιοχή του Iznik (αρχαία Νίκαια της Βιθυνίας) κ.α.

Αυτό οφείλεται στις πυρετώδεις εργασίες Τούρκων (και λοιπών) επιστημόνων της αρχαιομετρίας που όλα αυτά τα χρόνια εργάζονται και ανακοινώνουν συνεχώς πάνω στο αντικείμενο αυτό (συνέδρια ASMOSIA κλπ), σε μια προσπάθεια να ταυτοποιήσουν τα δικά τους μάρμαρα και να αναδείξουν σε τελική ανάλυση την περιοχή της Μικράς Ασίας και τα αρχαία λατομεία της, ως βασικό προμηθευτή των μαρμάρων του αρχαίου κόσμου και κυρίως της Ρωμαϊκής περιόδου. Σύμφωνα με μια άλλη ανάγνωση προσπαθούν εμμέσως πλην σαφώς να διαγράψουν, όπου αυτό είναι εφικτό, το δικό μας μάρμαρο από την ιστορία. Τι κι αν τα λατομεία Göktepe βρέθηκαν δίπλα στην αρχαία Αφροδισιάδα, όπου όχι μόνο μεσουρανούσε ο ελληνικός πολιτισμός, αλλά υπήρχε και Σχολή γλυπτικής όπου εκεί θήτευσαν οι Αριστέας-Παπίας και λοιποί αξιόλογοι γλύπτες. Για αυτούς, έχει σημασία το provenance ακόμη κι αν όλοι γνωρίζουν ότι η Μικρά Ασία ήταν διαχρονικά μια από τις κοιτίδες του ελληνικού πολιτισμού. Στον τόπο μας ουδείς έχει ασχοληθεί σοβαρά ούτε με τα αρχαία λατομεία των Rosso-Νero antico ούτε φυσικά και με την ταυτοποίησή τους σε έργα τέχνης. Ο σημαντικότερος ήταν ο Ιταλός καθηγητής L. Lazzarini που στο περίφημο βιβλίο του “Poikiloi lithoi, versiculores maculae: …, 2007” μελέτησε δώδεκα χαρακτηριστικά είδη έγχρωμων ελληνικών λίθων από την νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα. Και για το Rosso antico που έχει επηρεάσει σημαντικά μετά την «αναγέννησή» του κατά τον 19ο αιώνα την καλλιτεχνική τεχνοτροπία της Δυτ. Ευρώπης, ο P. Warren, ένας ακόμη αλλοδαπός, λάτρης της Ελλάδος και του λίθου.

Και φυσικά το ζήτημα δεν τελειώνει στα ιστορικά αρχαία μάρμαρα. Η ιστορία συνεχίζεται με το σημερινό ελληνικό μάρμαρο, το οποίο μάλιστα την τελευταία δεκαετία έχει αυξήσει και εξελίξει παντοιοτρόπως τον εξαγωγικό του χαρακτήρα. Ειδικά το λευκό που συνιστά άλλωστε διαχρονικό ζητούμενο από την παγκόσμια αγορά. Το ίδιο μάρμαρο που υπηρέτησε τα αριστουργήματα της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής της αρχαίας Ελλάδας χρησιμοποιείται και σήμερα. Τότε ήταν Παρθενώνας, το Ερέχθειο, η Αφροδίτη της Μήλου, ο Ερμής του Πραξιτέλη κ.α. Τώρα είναι το μεγάλο τζαμί στο Αμπού Ντάμπι, οι reflection towers στη Σιγκαπούρη, το Εθνικό Κοινοβούλιο του Ουζμπεκιστάν, οι τόποι προσευχής στη Μέκκα και Μεδίνα (Σαουδική Αραβία) και το Μπαχάι της Ινδίας, το κτήριο της Όπερας της Σαγκάης, το αεροδρόμιο της Βαρκελώνης, το εμπορικό κέντρο στο Burj του Ντουμπάι, o ουρανοξύστης 280 στην Park Αvenue και το κτίριο της General Motors στη Νέα Υόρκη, ο ουρανοξύστης Lotus στη Ντόχα του Κατάρ και δεκάδες άλλα μεγάλα έργα. Όλα τα εμβληματικά αυτά οικοδομήματα ανά τον κόσμο είναι επενδυμένα με ελληνικό μάρμαρο.

Και μαζί με το μάρμαρο αναδεικνύονται και τα λατομεία του. Τότε ήταν τα λατομεία της Πεντέλης, της Πάρου, της Νάξου, της Τήνου, της Χίου, των Κροκεών, της Χασάμπαλης αλλά και της Θάσου, τώρα είναι κυρίως τα λατομεία του Βώλακα, της Καβάλας αλλά και των Κυκλάδων, της Θάσου κλπ. που συναγωνίζονται σε ποιότητα το αρχαίο μάρμαρο. Εμείς αναζητώντας την αρχαία πηγή του Nero antico στη Λακωνία, βρήκαμε ένα νέο μαύρο μάρμαρο τουλάχιστον εφάμιλλο με εκείνο. Επιπλέον, η παράλληλη εξέλιξη της τεχνολογίας στην εξόρυξη, στην κατεργασία, στο φινίρισμα και στις λοιπές εφαρμογές του μαρμάρου, παίζουν σήμερα αποφασιστικό ρόλο, αφού πλέον διαθέτουμε όλα τα τεχνικά μέσα για να παρουσιάσουμε μια εικαστική πρόταση που δεν ήταν εφικτή σε άλλες εποχές.

Όμως με τον τρόπο αυτό η πρώτη ύλη αποδημεί και πάλι διακοσμώντας ξένα τοπία και χώρους, ενσωματώνοντας πλέον άλλες καλλιτεχνικές τεχνοτροπίες και την αισθητική κουλτούρα της κάθε περιοχής όπου εγκαθίσταται. Μπορεί φυσικά το ελληνικό μάρμαρο εκεί στην ξένη γη παρά τον «ξενιτεμό» του, να καθίσταται (διαχρονικός και αναλλοίωτος) πρεσβευτής της Ελλάδας και κράχτης του ελληνικού τουρισμού, εντούτοις για να γίνει αυτό θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον η σύνδεση με το provenance η οποία τελικά θα αποτρέψει την λήθη και την πλήρη αποξένωση από τον τόπο προέλευσης.

Εν κατακλείδι, η άποψή μας είναι ότι, αν μη τι άλλο, η «ταμπελίτσα» της προέλευσης (η οποία οφείλει να έχει τεκμηριωθεί με επιστημονικό τρόπο, βλ. φωτ., όπου αυτό απαιτείται) δεν πρέπει να λείπει από κανένα τεχνούργημα, κανένα μνημείο, όπου γης. Για να θυμίζει την προέλευση, τη μάνα γη που το γέννησε. Γιατί ο λίθος πρέπει να είναι επώνυμος και να διαλαλεί με υπερηφάνεια τον τόπο καταγωγής του!

2019-09-03T19:45:20+00:00