Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΛΙΓΝΙΤΗ ΣΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΜΕΙΓΜΑ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Θ. Βλάχος, Χρ.Ρούμπος, Β.Αντζουλάτος
– Διεύθυνση Κεντρικής Υποστήριξης Ορυχείων
– Δ.Ε.Η Α.Ε

Κύριοι άξονες της ενεργειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι :

  • Η ανταγωνιστικότητα στην παραγωγή και τη διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας
  • Η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών
  • Η προστασία του περιβάλλοντος
  • Η ασφάλεια του εφοδιασμού

Στο πλαίσιο αυτό, η ακολουθούμενη τα προηγούμενα χρόνια στρατηγική της μεγιστοποίησης της χρήσης εγχώριων πόρων, που οδήγησε στην εντατική χρήση του λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τίθεται εκ των πραγμάτων σε νέα βάση.

Με γνώμονα το βέλτιστο ενεργειακό μείγμα για τη χώρα, η αναγκαιότητα διατήρησης του λιγνίτη ως ένα εκ των ενεργειακών καυσίμων βασίζεται στο τρίπτυχο:

  • Μείωση της ενεργειακής εξάρτησης και ασφάλεια εφοδιασμού
  • Περιβαλλοντική ανταγωνιστικότητα του λιγνίτη έναντι των άλλων ορυκτών καυσίμων (Φ.Α, πετρελαίου)
  • Διατήρηση και δημιουργία θέσεων εργασίας και ανάπτυξη τοπικών κοινωνιών
Μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας – Ασφάλεια εφοδιασμού

Στο Σχέδιο Ενεργειακού Σχεδιασμού που τέθηκε πρόσφατα σε δημόσια διαβούλευση από το ΥΠΕΝ, φαίνεται ότι ενώ το επίπεδο του Δείκτη Ενεργειακής Εξάρτησης της χώρας κυμαίνεται περίπου στο 70% μέχρι το 2008, υπάρχει πτώση στο 62,17% το 2013 (λόγω οικονομικής ύφεσης) και αύξηση στο 73,65% το 2016.

Το ποσοστό της αύξησης του εν λόγω Δείκτη μεταξύ των ετών 2013-2016 ανέρχεται στο 20%, παρά το γεγονός ότι:

  • Η παραγωγή Η/Ε στο διασυνδεδεμένο σύστημα παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη (+0,47%)
  • Η κατανάλωση Φ.Α αυξήθηκε κατά 7,8% με ενδιάμεση μείωση
  • Η κατανάλωση πετρελαίου αυξήθηκε κατά 6%

Το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, η κατανάλωση λιγνίτη για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μειώθηκε κατά 40%. Επομένως, γίνεται φανερό ότι η κατά 20% αύξηση του Δείκτη Ενεργειακής Εξάρτησης οφείλεται στο μεγαλύτερο μέρος της στην κατά 40% μείωση της κατανάλωσης λιγνίτη μεταξύ 2013 και 2016.

Εάν μάλιστα γίνει ανάλυση ευαισθησίας του Δείκτη και της μείωσης της παραγωγής και κατανάλωσης λιγνίτη, προκύπτουν τα ακόλουθα αποτελέσματα:

Μεταβολή Δείκτη Ενεργειακής
  1. 2013/14: 9,70%
  2. 2014/15: 8,37%
Εξάρτησης Μεταβολή Παραγωγής Λιγνίτη
  1. 2013/14: -9%
  2. 2014/15: -8,75%

Η μείωση του ποσοστού του λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στο 17% (από 28% σήμερα) και αντικατάστασή του από εισαγόμενο φυσικό αέριο ως κύριο καύσιμο της ενδιάμεσης περιόδου μέχρι τη μετάβαση στο στόχο αντικατάστασης με Α.Π.Ε, θα οδηγήσει σε αύξηση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας πέραν των ποσοστών του 2016 (73,65%), λαμβανομένης υπόψη της πιθανής αντικατάστασης του λιγνίτη από Φ.Α σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί ο υπερβολικά φιλόδοξος στόχος των Α.Π.Ε και της αύξησης της κατανάλωσης του φυσικού αερίου στον οικιακό και βιομηχανικό τομέα. Το ποσοστό αυτό ενεργειακής εξάρτησης θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο του στόχου που τίθεται από το ΥΠΕΝ για διατήρηση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας στο 70% και μείωσή της μέχρι το 2030 κάτω από το ποσοστό αυτό

Είναι προφανές το συγκριτικό πλεονέκτημα του λιγνίτη όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού για τη χώρα μας, η οποία αποτελεί έναν από τους κύριους άξονες χάραξης της ενεργειακής πολιτικής.

Η χρήση εισαγόμενου Φ.Α. υπό όρους καθίσταται και επισφαλής, εάν ληφθούν υπόψη όχι μόνο η οικονομική και ενίοτε και πολιτική αστάθεια των χωρών από τις οποίες διέρχεται ο αγωγός Φ.Α. που κατά κύριο λόγο τροφοδοτεί τη χώρα μας, αλλά και οι αλληλεπιδράσεις που μπορεί να προκληθούν λόγω έλλειψης Φ.Α στην ευρωπαϊκή αγορά. Είναι νωπές άλλωστε οι μνήμες από τη σχετική έλλειψη Φ.Α το χειμώνα του 2016-17, που αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς από τη χώρα μας λόγω της επάρκειας λιγνίτη και της ετοιμότητας των λιγνιτικών μονάδων.

Περιβαλλοντική ανταγωνιστικότητα του λιγνίτη έναντι των άλλων ορυκτών καυσίμων

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν η φιλικότητα προς το περιβάλλον της καύσης Φ.Α. έναντι του άνθρακα και του λιγνίτη, δεδομένων και των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα μας για διατήρηση των εκπομπών του CO2 κάτω από ορισμένα επίπεδα. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη σύγχρονων τεχνολογιών καύσης άνθρακα με ταυτόχρονη βελτίωση του βαθμού απόδοσης οδηγεί σε μείωση των εκπομπών CO2. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η εκπομπή και άλλων αέριων ρύπων από τη χρήση του Φ.Α., όπως το μεθάνιο, που συνεισφέρουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Διατήρηση και δημιουργία θέσεων εργασίας και ανάπτυξη τοπικών κοινωνιών

Είναι γνωστό ότι η μέχρι σήμερα αξιοποίηση του λιγνίτη έχει συμβάλλει τα μέγιστα όχι μόνο στην ενεργειακή ανάπτυξη της χώρας αλλά και στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Έχει υπολογισθεί ότι για κάθε θέση άμεσης εργασίας στα λιγνιτωρυχεία, αντιστοιχούν τρεις θέσεις έμμεσης εργασίας. Σύμφωνα με μελέτη του Ι.Ο.Β.Ε για το 2016, η ηλεκτροπαραγωγή με λιγνίτη δημιουργεί 26.466 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης (0,7% της εγχώριας απασχόλησης).

Επίσης, η ηλεκτροπαραγωγή με λιγνίτη συνεισφέρει το 22% της απασχόλησης στην περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας σε όρους συνολικού αντικτύπου, ενώ ιδιαίτερη συνεισφορά καταγράφεται επίσης στην περιφέρεια Πελοποννήσου.

Οι ειδικές πολιτικές μετάβασης των τοπικών κοινωνιών στη «μεταλιγνιτική» περίοδο, απαιτούν χρόνο υλοποίησης τέτοιον, ώστε τα αποτελέσματά τους να συμπίπτουν χρονικά με τη σταδιακή μείωση του ποσοστού της λιγνιτικής παραγωγής. Δεδομένου ότι τέτοιες πολιτικές δεν έχουν σχεδιασθεί ακόμα, θεωρείται αναγκαία η επιμήκυνση του χρονικού διαστήματος μείωσης από τα σημερινά ποσοστά συμμετοχής (28%) στο 17%, προκειμένου να υπάρξει ομαλή μετάβαση.

Συνεισφορά του Λιγνίτη στην Εθνική Οικονομία

Σύμφωνα με την ανωτέρω μελέτη του Ι.Ο.Β.Ε, η συνεισφορά της ηλεκτροπαραγωγής με λιγνίτη στην Εθνική Οικονομία για το 2016 ήταν:

  • 1,6 δισεκατομμύρια ΕΥΡΩ ως ευρύτερη επίδραση στο ΑΕΠ (περίπου 1% του Α.Ε.Π)
  • 400 εκατομμύρια ΕΥΡΩ ως ευρύτερη επίδραση στα έσοδα του δημοσίου
  • 2,6 δισεκατομμύρια ΕΥΡΩ στην ετήσια ακαθάριστη αξία παραγωγής της ελληνικής οικονομίας κατέχοντας το 26,5% της αξίας πωλήσεων του συνόλου των ορυκτών πρώτων υλών της χώρας.
Αύξηση κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας

Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί και η αύξηση του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε συγκριτικά με το λιγνίτη.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι μεταξύ 2009 και 2017, η τιμή των φωτοβολταϊκών συστημάτων ανά Watt μειώθηκε κατά 75%, ενώ η τιμή των ανεμογεννητριών ανά Watt μειώθηκε κατά 50%. Όμως, κατά την ίδια περίοδο, η τιμή του ηλεκτρισμού αυξήθηκε δραματικά σε περιοχές όπου αναπτύχθηκαν σημαντικές εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκαν κατά:

  • 51% στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της συνεχούς προώθησης της ηλιακής και αιολικής ενέργειας από το 2006 έως το 2016 και
  • πάνω από 100% στη Δανία από το 1995 οπότε άρχισε να αναπτύσσει ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κυρίως αιολικά συστήματα.

Το 2017, το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας που προήλθε από την αιολική ενέργεια ήταν 53% στη Δανία και 26% στη Γερμανία. Η Δανία και η Γερμανία έχουν την πρώτη και τη δεύτερη πιο ακριβότερη τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Αναφορές από αναλυτές σχετικά με το μειωμένο κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού από τα φωτοβολταϊκά και τις ανεμογεννήτριες, χωρίς να γίνεται λόγος ότι αυξάνουν τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, μεταφέρουν λανθασμένα μηνύματα στα κέντρα λήψεως
αποφάσεων.

2019-09-03T19:45:20+00:00