Του κ Κωνσταντίνου Αραβώση, Καθηγητή και κατόχου της Έδρας UNESCO για την ‘Πράσινη Καινοτομία και Κυκλική Οικονομία’ του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου

Ζούμε σε μια ιστορική περίοδο δυναμικών μεταβολών. Σαν επακόλουθο των περιβαλλοντικών ζητημάτων, που προέκυψαν μετά την βιομηχανική επανάσταση, η μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα και στην κυκλική οικονομία αποτελεί πλέον αναγκαιότητα, αλλά και ευκαιρία για την οικοδόμηση ενός ολοκληρωμένου και ορθολογικού μοντέλου βιώσιμης ανάπτυξης. Η Ελλάδα εναρμονιζόμενη με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναγνωρίζοντας την οριζόντια κρισιμότητα της Κυκλικής Οικονομίας σε όλους τους κλάδους, την έχει θέσει στο κέντρο των περιβαλλοντικών της πολιτικών.

Σημαντικό ρόλο για μια επιτυχή αναδιαμόρφωση του μοντέλου της οικονομίας σε κυκλικό, διαδραματίζουν οι επιχειρήσεις και βιομηχανίες, οι οποίες χρησιμοποιώντας οριζόντια εργαλεία όπως είναι η καινοτομία και οι διαθέσιμοι κοινοτικοί και εθνικοί χρηματοδοτικοί πόροι, θα πρέπει άμεσα να στραφούν σε βιώσιμα και κυκλικά επιχειρηματικά μοντέλα.

Ο κλάδος των Ορυκτών Πρώτων Υλών χρήζει ιδιαίτερης σημασίας, με πολύ μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης και δυνατότητα σημαντικής συνεισφοράς στο ΑΕΠ της χώρας μας. Βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, αντιμετωπίζοντας πλήθος προκλήσεων και ευκαιριών. Καθώς η παγκόσμια ζήτηση για πρώτες ύλες εντείνεται λόγω της πληθυσμιακής αύξησης και της βιομηχανικής επέκτασης, υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αντιμετωπιστούν ζητήματα σπανιότητας πόρων, υπερβολικής εξόρυξης και μη βιώσιμων πρακτικών εξόρυξης. Η Κυκλική Οικονομία ως νέο παραγωγικό μοντέλο αναδιαμορφώνει τον κύκλο υλικών προωθώντας την χρήση δευτερογενών υλικών, αλλά και την ανακύκλωση, επαναχρησιμοποίηση και επιδιόρθωση. Με τον τρόπο αυτό, κατευθύνεται η οικονομία προς βιώσιμες δραστηριότητες εξόρυξης πόρων από το περιβάλλον, στοχεύοντας στην εξασφάλιση των απαραίτητων πρώτων υλών για την οικονομία μέσω εγχώριων επενδύσεων, οδηγώντας στην επιθυμητή ανάπτυξη με ικανοποιητικές αλλά και σταθερές τιμές πρώτων υλών.

Για την επιτυχή μετάβαση της οικονομίας, η χώρα μας πρέπει να επενδύσει θεσμικά και οικονομικά σε άξονες, οι οποίοι μεταξύ άλλων συνδέονται άμεσα με τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες. Πρέπει να ενισχυθεί ο τομέας της ανακύκλωσης με διαλογή στην πηγή, όλων των υλικών, όπως είναι ενδεικτικά οι ηλεκτρικές/ηλεκτρονικές συσκευές, με στόχο ανακύκλωσης το 65% έως το 2035. Κατ’ επέκταση, σημαντικό ρόλο έχει η επάρκεια υποδομών σε εγκαταστάσεις χωριστής συλλογής, επεξεργασίας και αξιοποίησης, με στόχο την ανάκτηση δευτερογενών υλικών σε ικανές ποσότητες, αλλά και με επαρκή ποιότητα. Παράλληλα, θα χρειαστεί να αναπτυχθούν πρότυπα για δευτερογενή υλικά και καύσιμα, με βάση το Ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Πρωτεύοντα ρόλο μπορεί να έχει ο σχεδιασμός των προϊόντων και η ανάπτυξη τεχνολογιών ανακύκλωσης και ανάκτησης. Νέες τεχνολογίες διαχείρισης αποβλήτων και προϊόντα σχεδιασμένα με τρόπο, ώστε να διευκολύνουν την ανάκτηση, την επιδιόρθωση και την επαναχρησιμοποίηση αποσκοπώντας στην πρόληψη παραγωγής αποβλήτων. Εκτιμάται ότι πάνω από το 80% όλων των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που σχετίζονται με ένα προϊόν,  προσδιορίζονται κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού του. Σημαντικό ρόλο στην πρόληψη στον βιομηχανικό τομέα, κατέχει το μοντέλο της βιομηχανικής συμβίωσης, κατά την οποία τα απόβλητα της μίας βιομηχανικής μονάδας αποτελούν πηγή δευτερογενών υλικών της δεύτερης.

Σημαντικό ζήτημα αποτελεί η εφαρμογή της διευρυμένης ευθύνης παραγωγού, αλλά και η υποστήριξή της από τον κρατικό μηχανισμό. Έναν κρατικό μηχανισμό ο οποίος θα εξασφαλίζει ένα πλαίσιο γρήγορης και απαλλαγμένης από γραφειοκρατικές διαδικασίες ανάπτυξης των απαραίτητων υποδομών, που θα χρειαστούν για την διαλογή αποβλήτων, καθώς και την ανακύκλωση και ανάκτηση υλικών, επιταχύνοντας τις διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης με την άμεση ενεργοποίηση των μητρώων αξιολογητών ΜΠΕ, αλλά και των ελέγχων εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, μέσω του θεσμού των ιδιωτών περιβαλλοντικών επιθεωρητών, που έχουν ήδη δρομολογηθεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Με βάση έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό περιφερειακού και εθνικού επιπέδου, κρίνεται απαραίτητο να υπάρξει, αλλά και να εφαρμόζεται ένα επαρκές θεσμικό πλαίσιο για την διαχείριση αποβλήτων το οποίο βασιζόμενο στο Ευρωπαϊκό, θα δώσει την δυνατότητα να αναπτυχθούν επενδύσεις στηριζόμενες σε επιδοτήσεις με κεφαλαιακή ενίσχυση, και τραπεζικές  χρηματοδοτήσεις, που θα αξιολογούνται και με περιβαλλοντικά κριτήρια με βάση τον κανονισμό και τις αρχές του “EU Taxonomy’’.

Συνοψίζοντας, στον δρόμο για την επιτάχυνση της μετάβασης προς το νέο κυκλικό και πράσινο πρότυπο, απαιτούνται στοχευμένες πολιτικές και ενέργειες καθώς και κίνητρα και αντικίνητρα, που θα δώσουν έμφαση στη στοχευμένη ενημέρωση του επιχειρηματικού κόσμου και της βιομηχανίας σε σχέση με τα επιχειρηματικά μοντέλα Κυκλικής Οικονομίας, στις επενδύσεις σε υποδομές διαχείρισης αποβλήτων, στην ανάπτυξη προδιαγραφών και τυποποίησης, στην ενίσχυση της έρευνας και τεχνολογίας και τέλος στην επιτάχυνση των περιβαλλοντικών αδειοδότησεων καθώς και των περιβαλλοντικών ελέγχων.