Του Δρ. Πέτρου Τζεφέρη, Γεν. Δ/ντή OΠΥ , Υπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας

 

Από τα περίπου 6  χιλ. είδη ορυκτών που έχουν μέχρι σήμερα καταγραφεί στη Γη και αναγνωρίζονται επίσημα από την Διεθνή Ορυκτολογική Ένωση (ΙΜΑ) (για την ακρίβεια 5992 σύμφωνα με την  ΙΜΑ Mineral List, τέλος  2023, https://rruff.info/ima/  και https://www.mindat.org/minerals.php), τα  767 προέρχονται από την περιοχή του Γεωπάρκου Λαυρεωτικής και αποτελούν το 12,8% των  ορυκτών παγκοσμίως.  32 από αυτά αποτελούν «Type Localities», δηλ. χαρακτηριστικά ορυκτά, τα οποία για πρώτη φορά εντοπίστηκαν και μελετήθηκαν στην περιοχή του Λαυρίου. Τα ορυκτά αυτά φέρουν την  ένδειξη (TLΜ ή TL) καταδεικνύοντας  ότι το ορυκτό είναι χαρακτηριστικό για την περιοχή, ενώ παράλληλα  διαμορφώνουν μια ιδιαίτερη σημειολογία για τις θέσεις/ορυχεία εντοπισμού και γενικότερα το Λαύριο. Κάθε χρόνο ανακαλύπτονται και νέα ορυκτά από την περιοχή της Λαυρεωτικής τα οποία αναγνωρίζονται διεθνώς από την ΙΜΑ ως παγκοσμίως πρωτότυπα ορυκτά. Έτσι η Λαυρεωτική κατατάσσεται μεταξύ των σημαντικότερων περιοχών στον πλανήτη σε αριθμό αλλά και αισθητική αξία καταγεγραμμένων ορυκτών.

 

Οι αρχαίοι αλλά και οι σύγχρονοι Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν εντατικά τα μεταλλεύματα αργυρούχου μολύβδου της Λαυρεωτικής με σκοπό την παραγωγή κυρίως μεταλλικού αργύρου και μολύβδου. Μάλιστα μεγαλούργησαν δημιουργώντας σημαντικά τεχνολογικά επιτεύγματα στην μεταλλευτική επιστήμη και τη μεταλλουργία.

Εντούτοις, η Λαυρεωτική αποτελεί παράλληλα ένα μοναδικό φυσικό  γεωλογικό-ορυκτολογικό και γεωχημικό «εργαστήριο» με μεγάλη ποικιλία από πρωτογενή και δευτερογενή υπεργενετικά ορυκτά. Τα ορυκτά του Λαυρίου προέρχονται από την εκτεταμένη οξείδωση και τον υπεργενετικό εμπλουτισμό της πρωτογενούς πολυμεταλλικής θειούχου μεταλλοφορίας (κυρίως σιδηροπυρίτης FeS2, χαλκοπυρίτης CuFeS2, γαληνίτης PbS και σφαλερίτης ZnS)  με αποτέλεσμα το σχηματισμό μίας δευτερογενούς ζώνης οξείδωσης, συνοδευόμενης από μια τεράστια ποικιλία ορυκτολογικών ειδών. Τα ορυκτά αυτά εκτός των εκμεταλλεύσιμων (πχ. κερουσίτης PbCO3 και σμιθσονίτης ή καλαμίνα ZnCO3) δεν έχουν οικονομική αξία, αλλά έχουν αισθητική αξία και  επιστημονική σπουδαιότητα.

Από το σύνολο των παγκοσμίως πρωτότυπων ορυκτών του Λαυρίου, 713 έχουν βρεθεί σε μεταλλευτικούς χώρους, ενώ 25 από αυτά αποτελούν χαρακτηριστικά ορυκτά της περιοχής (Type Locality Minerals, TLM ή TL), δηλ. ορυκτά, τα οποία για πρώτη φορά εντοπίστηκαν και μελετήθηκαν στην περιοχή του Λαυρίου.  Τα 25 αυτά ορυκτά παρουσιάζονται στον  Πίνακα (με εικόνες) στο τέλος του άρθρου.

 

Πάνω: H Η Στατιστική των ορυκτών του Γεωπάρκου Λαυρεωτικής, Kάτω: Διάγραμμα με τις πιο παραγωγικές “περιοχές” νέων ορυκτών παγκοσμίως. Η σύγκριση έχει μόνο ενδεικτική αξία καθότι τα ορυκτά του Λαυρίου δεν αφορούν μεμονωμένο ορυχείο αλλά συνολικά ένα μεγάλο αριθμό μεταλλείων και μια περιοχή έκτασης περίπου 150 Km2.

 Πηγή: https://www.lavrion.gr/Minerals/_minerals.html , by B. Rieck.

 

H ονοματοδοσία τους έχει συγκεκριμένη ερμηνεία-αιτιολογία:  άλλοτε εμπειρική-επιστημονική (πχ. Ψευδαργυραλουμινίτης), άλλοτε γεωγραφική (πχ. Λαυριονίτης, Καμαριζαΐτης και Αττικαΐτης), άλλοτε μορφολογική-περιγραφική των ιδιοτήτων (πχ. ο Γλαυκοκερινίτης, από την ομηρική λέξη «γλαυκός» και την λέξη «κήρινος» για την κηρώδη λάμψη του, 1932) , άλλοτε τιμητική για επιστήμονες ή συλλέκτες αλλά και ιστορικό που αμφότερα αντανακλούν τη στοχοθεσία και το διαδικαστικό της ΙΜΑ για τη χρονική περίοδο της εκάστοτε ονοματοδοσίας. Δείτε περισσότερα:

Τα Xαρακτηριστικά Oρυκτά (TL) της Λαυρεωτικής και

Type Locality Minerals from the Lavrion Mining District

Εκτός από τα παραπάνω ορυκτά τα οποία εντοπίστηκαν μέσα στις ενεργές ή ανενεργές μεταλλευτικές στοές, υπάρχουν 136 ορυκτά που έχει βρεθεί για πρώτη φορά στην πληθώρα των (κυρίως παράκτιων) μεταλλουργικών αποβλήτων (σκωριών) της περιοχής μεταλλείων Λαυρίου. Η αλληλεπίδραση του θαλασσινού νερού με τις ανθρωπογενείς σκωρίες έχει παράξει ορυκτά, τα οποία σε ορισμένες (αλλά όχι σε όλες) περιπτώσεις δεν θα είχαν διαφορετικά υπάρξει στη φύση. Τα ορυκτά αυτά ονομάζονται ορυκτά των σκωριών του Λαυρίου και εντάσσονται στα ανθρωπογενή ορυκτά. Δείτε: https://www.mindat.org/loc-8370.html

Από αυτά, 7 αποτελούν TLΜ του Λαυρίου. Τα TLΜ «ανθρωπογενή» ορυκτά του Λαυρίου (Lavrion slag localities) δίνονται στον  Πίνακα Ορυκτών «σκωριών» Λαυρεωτικής στο τέλος του άρθρου.  Ο τελευταίος μάλιστα (μαμμοθίτης), είχε καταγραφτεί μόνο στην πρώτη κατηγορία της παρουσίας σε μεταλλείο (Mammoth-Saint Anthony Mine, Tiger, Arizona, USA) ενώ είχε αγνοηθεί το γεγονός ότι έχει εντοπιστεί (ήδη από το 1985) και στις σκουριές του Λαυρίου (Harakas Cove slag location) (Peacor et al., 1885). Δείτε περισσότερα:

Η “Αργυρίτις Γη” του Λαυρίου και η “εν Σαλαμίνι” νικηφορία. Η Λαυρεωτική άλλοτε και τώρα. (σελ. 55-77)

Το 1995, η IMA αποφάσισε ότι δεν θα αναγνωρίζει στο μέλλον τέτοια ορυκτά «σκωριών», που δεν ανταποκρίνονται στον αποδεκτό από την ΙΜΑ ορισμό επί  των ορυκτών (βλ. παρακάτω)  ωστόσο, θεωρήθηκε ορθό η λίστα των μέχρι τότε αναγνωρισμένων ορυκτών να παραμείνει αμετάβλητη. Παρά την υφιστάμενη προβληματική σχετικά με την αυθεντικότητά τους, τα ορυκτά «σκωριών» και γενικότερα τα «ανθρωπογενή» ορυκτά έχουν μεγάλη επιστημονική σημασία (Nickel and Grice, 1998; Hazen, 2017).

Aν προστεθούν και τα ορυκτά αυτά το Λαύριο αριθμεί (μέχρι το τέλος του 2023) συνολικά 767 πρωτότυπα ορυκτά (μεταλλείων και σκωριών), εκ των οποίων 32 ορυκτά ως χαρακτηριστικά TLΜ. Επισημαίνεται ότι το σύνολο των 767 oρυκτών είναι λιγότερο από το άθροισμα (713+136) ακριβώς διότι ορισμένα ορυκτά εμπεριέχονται και στις δύο κατηγορίες, εντούτοις θα πρέπει να καταγραφούν μόνο μία φορά στο σύνολο. Τέλος,  πέραν των ανωτέρω, 22 ορυκτά του Λαυρίου παρότι είναι σε γνώση της επιστημονικής κοινότητας η ύπαρξή τους, εντούτοις δεν έχουν (ακόμη) αναγνωριστεί από την ΙΜΑ, είτε η ένταξή τους έχει απορριφθεί, συνεπώς καταγράφονται απλώς ως “recorded occurrence”.

Στον Πίνακα (με εικόνες), παρουσιάζουμε τα 32 [25+7] χαρακτηριστικά ορυκτά του Λαυρίου. Για μια πιο λεπτομερειακή αναφορά αλλά και επικαιροποίηση στους παραπάνω αριθμούς δείτε εδώ:

https://www.lavrion.gr/Minerals/alphabet.html

Μια τελευταία επισήμανση. Η στατιστική αλλάζει κάθε μέρα, σε ένα κατεξοχήν δυναμικό περιβάλλον. Το πιο πιθανό είναι να έχει ήδη αλλάξει σημειακά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος. Πράγματι, από το 1881 που ο  Σερπιερίτης  ανακαλύφθηκε στην περιοχή του Λαυρίου (και ονομάστηκε έτσι από τον  Γάλλο ορυκτολόγο B. Bertrand) μέχρι σήμερα η επιστημονική έρευνα για τα ορυκτά του Λαυρίου συνεχίζεται. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι τα ορυκτά του Λαυρίου, σε όποιο μουσείο του κόσμου κι αν ευρίσκονται, αποτελούν σημαντικό τμήμα της Παγκόσμιας Ορυκτολογικής και γεωλογικής Κληρονομιάς, προσφέροντας παράλληλα ένα διαρκές πεδίο μελέτης για τους ερευνητές. Για όλους τους γεω-επιστήμονες και ειδικότερα τους γεωλόγους, ορυκτολόγους και μεταλλειολόγους, το Λαύριο σημαίνει ένα σχεδόν ανεξάντλητο πεδίο μελέτης και προσφέρει επίσης ιδανικές ευκαιρίες για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Ειδικότερα την περίοδο που διανύουμε, η έρευνα έχει ενταθεί χάρις στην αφύπνιση της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας και των τοπικών αρχών. Ο Δήμος Λαυρεωτικής, έχει υποστηρίξει εμπράκτως το έργο αυτό ενώ η Εταιρεία Μελετών Λαυρεωτικής (Ε.ΜΕ.Λ) εδώ και δεκαετίες έχει συμβάλει στην έρευνα αλλά και τη διάδοση της επιστημονικής γνώσης σχετικά με το θέμα αλλά και γενικότερα τη Λαυρεωτική. Η εποικοδομητική συνεργασία διεθνών επιστημονικών ομάδων με την ελληνική επιστημονική κοινότητα και την Πολιτεία θα συνεχίσει να παράγει πολύτιμη νέα γνώση για την ορυκτολογία και τη γεωλογία, αλλά και για την ιστορία της Λαυρεωτικής.

Photos: Branko Riek, Fritz Schreiber, https://www.mindat.org/, https://lavrion.gr/, Wikimedia Commons.

 

Το συγκεκριμένο άρθρο παραχωρήθηκε στο Newsletter  του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων.