Ορυκτός πλούτος στο Αιγαίο: μία διαχρονική σχέση με την εξέλιξη του πολιτισμού

Του κ Βασίλη Μέλφου Αναπληρωτή Καθηγητή Κοιτασματολογίας-Γεωχημείας
Τομέας Ορυκτολογίας, Πετρολογίας, Κοιτασματολογίας
Τμήμα Γεωλογίας, Α.Π.Θ.

Τα ορυκτά, τα πετρώματα, καθώς και τα μέταλλα, αποτέλεσαν και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ευρύτερου φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και έχουν συνδεθεί με σημαντικές πτυχές της εξελικτικής ιστορίας του ανθρώπου. Ο πολιτισμός και η τεχνολογική εξέλιξη που έκαναν τον άνθρωπο να ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα όντα του πλανήτη, στηρίχθηκε στην εκμετάλλευση και αξιοποίηση των ορυκτών πόρων. Η σχέση του ανθρώπου με τον ορυκτό πλούτο πέρασε από πολλά στάδια από τη στιγμή που αυτός επεξεργάστηκε την πέτρα για την κατασκευή των πρώτων εργαλείων πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, μέχρι την αναζήτηση σπανίων μετάλλων που χρησιμοποιούνται σήμερα στην προηγμένη τεχνολογία.

Η Ελλάδα έχει μία εξαιρετική γεωλογική ιστορία που σχετίζεται με την σύγκλιση της Αφρικανικής τεκτονικής πλάκας με την Ευρασιατική, στον χώρο του Αιγαίου. Η σύγκλιση αυτή σχετίζεται με πλήθος σύνθετων γεωλογικών φαινομένων που έχουν προκαλέσει το σχηματισμό σημαντικών πετρωμάτων και μεταλλευμάτων. Στο Αιγαίο αναπτύχθηκε ένα πλήθος πολιτισμών από τα Προϊστορικά χρόνια και από τότε η θάλασσα δεν έμεινε στιγμή αταξίδευτη και οι άνθρωποι αναζήτησαν στα νησιά και στα παράλια πρώτες ύλες μετατρέποντας τους υδάτινους δρόμους σε διαύλους επικοινωνίας, εμπορικών συναλλαγών και γνώσης.

Ο οψιδιανός (ή οψιανός) της Μήλου χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τους κατοίκους του Αιγαίου ήδη από την Μεσολιθική περίοδο και μέχρι την Εποχή του Χαλκού (8.000-3000 π.Χ.) για την κατασκευή εργαλείων και όπλων εξαιτίας της σκληρότητάς του. Ένα από τα πρώτα λίθινα εργαλεία που κατασκεύασε και χρησιμοποίησε ο άνθρωπος κατά τη Νεολιθική περίοδο (6.500 π.Χ.), ήταν ο μυλόλιθος για την άλεση των δημητριακών, την επεξεργασία των καρπών και της ελιάς, για τη θραύση των ορυκτών και μεταλλευμάτων. Έπαιξε έτσι πρωταρχικό ρόλο στην παραγωγική οικονομία του ανθρώπου. Τα ηφαιστειακά πετρώματα των Κυκλάδων αποτέλεσαν μέχρι πρόσφατα την σημαντικότερη πρώτη ύλη για τις μυλόπετρες που κατασκευαζόταν στο Αιγαίο και μεταφερόταν σε όλη την Μεσόγειο.

Στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου αλλά και στο Λαύριο και σε πολλά μεταλλεία της Ελλάδας εξορυσσόταν οι Γαίες και οι Χρωστικές ύλες από την Προϊστορική Εποχή έως πρόσφατα. Οι πρώτες ύλες ήταν συγκεκριμένες και ποίκιλαν ανάλογα με το χρώμα ή με τις ιδιότητές τους, ενώ συνετέλεσαν στην δημιουργία ενός δικτύου συναλλαγών και εμπορίου που βοήθησε στην ανάπτυξη της οικονομίας. Οι σημαντικότερες Γαίες ήταν η Κιμωλία Γη, η Λημνία Γη που υπήρξε το πρώτο τυποποιημένο φάρμακο στην ιστορία της Ιατρικής, η Θηραϊκή Γη, σπουδαίο οικοδομικό υλικό από την Σαντορίνη, και η Στυπτηρία Γη, που ήταν ο αλουνίτης και είχε φαρμακευτικές κυρίως χρήσεις. Στις Τζίνες Θάσου γινόταν από την Παλαιολιθική περίοδο εξόρυξη κόκκινης ώχρας από αιματίτη, όπου καταγράφεται η παλαιότερη υπόγεια μεταλλευτική δραστηριότητα στην Ευρώπη, πριν από 20.000.

Τα ολόλευκα μάρμαρα ήταν στενά συνδεδεμένα με τις κοινωνικές, θρησκευτικές και οικονομικές εκδηλώσεις της ζωής των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά τα φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά του. Έτσι μπορούσαν να εκφράσουν την αρμονία και τις αναλογίες στην αρχιτεκτονική και στη γλυπτική. Τα μάρμαρα της Πεντέλης, της Πάρου, της Νάξου, της Θάσου, της Μάνης, αλλά και αργότερα οι ποικιλόχρωμοι διακοσμητικοί λίθοι από την Κάρυστο, την Σκύρο, την Λάρισα, την Χίο, την Λακωνία και αλλού, διακινήθηκαν σε όλη την Μεσόγειο και την Ευρώπη για τουλάχιστον 2.500 χρόνια, όσο καμία άλλη πρώτη ύλη. Δύο από τα εντυπωσιακότερα δείγματα της Ελληνιστικής γλυπτικής αποτελούν η Αφροδίτη της Μήλου και η Νίκη της Σαμοθράκης. Και τα δύο γλυπτά κατασκευάστηκαν από το εντυπωσιακό παριανό μάρμαρο.

Η χρήση των μετάλλων σαν πρώτες ύλες για την ανάπτυξη του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, καθώς και η μεγάλη αξία τους αποτέλεσαν την αφορμή για πολέμους, συμμαχίες και μεγάλες εκστρατείες. Η Αργοναυτική Εκστρατεία για το Χρυσόμαλλο Δέρας και ο Τρωικός Πόλεμος, περίπου το 1.200 π.Χ. και οι δύο, είχαν στόχο τον έλεγχο της εξόρυξης και της διακίνησης του χρυσού, του αργύρου, του χαλκού και του σιδήρου στην ΝΑ Ευρώπη.

Την ίδια περίοδο συντελείται μία τεχνολογική επανάσταση με την ευρεία χρήση του χάλυβα. Η κατασκευή του απαιτούσε θερμική κατεργασία που η σημαντικότερη ήταν η «βαφή» για να βελτιωθούν οι φυσικές ιδιότητές του και κυρίως η σκληρότητά του που χρησιμοποιείται ευρέως ακόμη και σήμερα, 3.000 χρόνια μετά, γινόταν θέρμανση του κράματος σε υψηλή θερμοκρασία, χαμηλότερη από το σημείο. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της τύφλωσης του Κύκλωπα από τον Οδυσσέα που ο Όμηρος την παρομοιάζει με τη διαδικασία της βαφής του χάλυβα: «Πως όταν στο κρύο νερό χώνει μπαλτά ή σκεπάρνι για να τα βάψει ο σιδεράς κι’ αχούν και τσιτσιρίζουν, γιατί η περισσά δύναμη αυτή είναι του σιδήρου, έτσι έτριζε το μάτι του κι’ αυτού στον πάλο γύρω» (Οδύσσεια, Ι, 391-394).

Πολύ αργότερα η Κλασική Εποχή των αρχαίων Ελλήνων και η δύναμη των Αθηναίων συνδέεται με την ευρεία παραγωγή αργύρου από μεταλλεύματα γαληνίτη όπως στο Λαύριο αλλά και στις κατακτήσεις τους στη Μήλο, στη Θάσο, στην Παλιά Καβάλα και αλλού. Αμέσως μετά, ο Φίλιππος Β’ δημιούργησε ένα παντοδύναμο Μακεδονικό κράτος με τον χρυσό και τον άργυρο από τα μεγάλα κοιτάσματα της Μακεδονίας και της Θράκης (Γαλλικός ποταμός, Θάσος, Παλιά Καβάλα, Παγγαίο κ.ά.), αλλά και των Νοτίων Βαλκανίων. Στα μέταλλα αυτά και στα νομίσματα που έκοψε ο Φίλιππος Β’ οφείλεται η παντοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η επιτυχής εκστρατεία εναντίον των Περσών.

Ο πυρετός των μετάλλων επανήλθε στο Αιγαίο από τα μέσα του 19ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα. Από πολλά νησιά του Αιγαίου όπως η Σέριφος, η Μήλος, η Κίμωλος, η Κύθνος, η Νάξος, η Θάσος και πολλά άλλα, εξορύχθηκαν τόνοι σιδήρου, μαγγανίου, χαλκού, μολύβδου, αργύρου, αντιμονίου, χρωμίτη. Αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα άρχισαν τότε να λειτουργούν μεταλλεία στο Στρατώνι, στο Βούρινο, στη Γερακινή, στην Εύβοια. Το Λαύριο και ιδιαίτερα η Καμάριζα, αποτέλεσε από το 1865 το κέντρο εντατικής εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων στην ΝΑ Ευρώπη. Για τις ανάγκες των μεταλλουργικών εργασιών κατασκευάστηκαν κάμινοι, μηχανουργεία, χυτήρια, και νέες μεταλλουργικές μέθοδοι εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά παγκοσμίως. Σε όλη την Ελλάδα χιλιάδες εργαζόμενοι, ντόπιοι ή ξένοι, εργάστηκαν σε έναν από τους βαρύτερους κλάδους της βιομηχανίας φέρνοντας στην επιφάνεια τα πολύτιμα ορυκτά. Τα μεταλλεύματα που εξορύσσονταν μεταφέρονταν με πλοία στα μεγαλύτερα λιμάνια όλου του κόσμου.

Η μοναδική απόληψη χρυσού μέχρι σήμερα στην σύγχρονη Ελλάδα έγινε στον Γαλλικό ποταμό όπου μία βυθοκόρο που ανήκε στα «Χρυσορυχεία Βορείου Ελλάδος» με την οπoία εξορύχθηκαν από τα ιζήματα του ποταμού περίπου 1355 κιλά χρυσού, από το 1953 έως το 1960.

Σήμερα ο «μεταλλευτικός πυρετός» του παρελθόντος στο Αιγαίο έχει σταματήσει. Εντούτοις πολλές επιχειρήσεις συνεχίζουν δυναμικά να λειτουργούν μεταλλεία και ορυχεία στη Μήλο, την ΒΑ Χαλκιδική, την Γερακινή, την Κοζάνη, τα Γρεβενά, την Λάρυμνα, τον Παρνασσό, την Εύβοια, τη Νίσυρο. Η Ελλάδα κατέχει παγκοσμίως και στην Ευρωπαϊκή Ένωση υψηλές θέσεις στην εξόρυξη μπετονίτη, περλίτη, ποζολάνης, μαγνησίτη, αταπουλγίτη, χουντίτη, χρυσοφόρων και αργυρούχων μεικτών θειούχων, λατερίτη, βωξίτη, ελαφρόπετρας και πολλών άλλων πρώτων υλών.

Παράλληλα η εξορυκτική βιομηχανία του μοναδικού Ελληνικού λευκού-λευκότεφρου μαρμάρου επανέρχεται δυναμικά τα τελευταία χρόνια. Το χιονόλευκο δολομιτικό μάρμαρο της Θάσου είναι διάσημο για την λευκότητά του, τον τρόπο με τον οποίο αντανακλά το φως του ήλιου και για τον ρόλο του στην βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων στα οποία τοποθετείται. Ειδικά το μάρμαρο της Θάσου παρέχει μεγαλύτερη αντανάκλαση του ηλιακού φωτός συγκριτικά με οποιοδήποτε άλλο λευκό μάρμαρο παγκοσμίως, κρατώντας δροσερή θερμοκρασία για παρατεταμένη χρονική περίοδο, καθιστώντας το ιδανικό για ορθομαρμάρωση σε θερμές περιοχές. Το μάρμαρο αυτό δεν είναι απλά ένα υλικό πολυτελείας με διεθνή φήμη, αλλά ένα από τα ακριβότερα διακοσμητικά πετρώματα παγκοσμίως.

Εκτός από την Θάσο, η Καβάλα, η Δράμα, η Ημαθία, η Κοζάνη, η Ανατολική Αττική, η Πάρος, η Νάξος, η Τήνος, μεταξύ άλλων περιοχών της Ελλάδας, εξακολουθούν να προσφέρουν το πολύτιμο μάρμαρο για πλήθος εφαρμογών σε όλο τον κόσμο.

Όμως κάτω από τα ηφαίστεια του Αιγαίου αυτή τη στιγμή δημιουργείται ο ορυκτός πλούτος του μέλλοντος. Στα Μέθανα, τη Σαντορίνη, το Κολούμπο, τη Μήλο, την Κω και τη Νίσυρο σχηματίζονται κοιτάσματα πολύτιμων και σπανίων μετάλλων. Τα ρευστά που διαφεύγουν στον πυθμένα της θάλασσας σε αυτά τα ηφαίστεια είναι εμπλουτισμένα σε χρυσό, σίδηρο, αντιμόνιο, θάλιο, άργυρο, αρσενικό, μαγγάνιο, υδράργυρο, ψευδάργυρο, λίθιο, χαλκό, τιτάνιο, μολυβδαίνιο, βανάδιο, μόλυβδο και πολλά άλλα. Τα κοιτάσματα όμως αυτά θα είναι διαθέσιμα σε λίγα εκατομμύρια χρόνια.

Προς το παρόν, όσο χρησιμοποιούμε τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και όσο μιλάμε για ανάπτυξη, η χρήση ορυκτών πόρων είναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ.. Η αναπτυξιακή μας πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αποσκοπεί στην διασφάλιση για πρόσβαση στους αναγκαίους ορυκτούς πόρους και στην αποθεματική και παραγωγική αυτάρκεια, τόσο με την εκμετάλλευση πρωτογενών ευρωπαϊκών πηγών ορυκτών πρώτων υλών με όρους αειφορίας, όσο και στην αξιοποίηση δευτερογενών πηγών, όπως είναι τα απορρίμματα δίνοντας έμφαση στην ανακύκλωση.

2020-01-17T09:33:52+00:00