Λιγνίτης

Λιγνίτης2019-07-09T06:42:11+00:00

Project Description

Η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε., η οποία μετέχει στον Σ.Μ.Ε. μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Ορυχείων, είναι η μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, με περίπου 7 εκατομμύρια πελάτες, κατέχοντας (31/12/2017) το 85% της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας σε τελικούς καταναλωτές.

Διαθέτει μια μεγάλη υποδομή σε εγκαταστάσεις ορυχείων λιγνίτη, παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Κατέχει περίπου το 47% της εγκατεστημένης ισχύος των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα (με εγκατεστημένη ισχύ περίπου 10 GW), συμπεριλαμβάνοντας στο ενεργειακό της μείγμα λιγνιτικούς, υδροηλεκτρικούς και πετρελαϊκούς σταθμούς, καθώς και σταθμούς φυσικού αερίου, αλλά και μονάδες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ). Με τις ανωτέρω παραγωγικές μονάδες της, το έτος 2017 η Επιχείρηση παρήγαγε το 53% της συνολικής εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2017, οι λιγνιτικές μονάδες παρήγαγαν 16,4 TWh έναντι 14,9 TWh το 2016. Το ίδιο έτος η συμμετοχή των λιγνιτικών μονάδων στην παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια στο διασυνδεδεμένο σύστημα της χώρας ήταν 35,8 %, ενώ η αντίστοιχη συμμετοχή στο σύνολο της Επικράτειας (συμπεριλαμβανομένων και των νησιών) ήταν 31,7 %.
Η ΔΕΗ Α.Ε. ανέλαβε την υπόγεια εκμετάλλευση των λιγνιτωρυχείων στην περιοχή του Αλιβερίου το 1951 για την τροφοδοσία μονάδων συνολικής ισχύος 230 MW. H λειτουργία των ορυχείων αυτών διήρκησε μέχρι το 1988, παράγοντας συνολικά 18,6 εκ. τόνους λιγνίτη.

Η επιχείρηση ξεκίνησε το 1957 τη λιγνιτική δραστηριότητά της στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, με την συγχώνευση της εταιρείας ΛΙΠΤΟΛ και το 1969 τη δραστηριότητά της στην εκμετάλλευση των λιγνιτωρυχείων της περιοχής Μεγαλόπολης Αρκαδίας. Η εκμετάλλευση διενεργείται με τη μέθοδο της επιφανειακής εκμετάλλευσης συνεχούς λειτουργίας (με χρήση ηλεκτροκίνητων εκσκαφέων με καδοτροχό, ταινιοδρόμων και αποθετών) και επικουρικά με ντιζελοκίνητο εξοπλισμό ασυνεχούς λειτουργίας (εκσκαφείς ενός κάδου και φορτηγά αυτοκίνητα).

Σήμερα η Επιχείρηση λειτουργεί, στο Λιγνιτικό Κέντρο Δυτικής Μακεδονίας (ΛΚΔΜ), τα λιγνιτωρυχεία Μαυροπηγής, Νοτίου Πεδίου, Νοτιοδυτικού Πεδίου (Καρδιάς)- και Αμυνταίου τα οποία τροφοδοτούν με λιγνίτη τους ΑΗΣ Καρδιάς (1212 MW), Αγ. Δημητρίου (1595 MW), Αμυνταίου (600 MW) και Μελίτης (330 MW) και τα λιγνιτωρυχεία του Λιγνιτικού Κέντρου Μεγαλόπολης (ΛΚΜ), που τροφοδοτούν με λιγνίτη τους ΑΗΣ Μεγαλόπολης (300 MW) και Μεγαλόπολης Β (300 MW).
Υπό κατασκευή βρίσκεται ήδη η νέα μονάδα Πτολεμαΐδα V (660 MW), της οποίας η λειτουργία αναμένεται να ξεκινήσει το 2020, ενώ η Επιχείρηση διαθέτει επίσης άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για μια 2η μονάδα στον ΑΗΣ Μελίτης (Μελίτη 2), ονομαστικής ισχύος 450 MW.
Από αρχής λειτουργίας των λιγνιτωρυχείων έως το τέλος του 2017 η ΔΕΗ Α.Ε. έχει εξορύξει στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης 2.064 εκ. τόνους λιγνίτη, ενώ οι αντίστοιχες συνολικές εκσκαφές ανέρχονται σε 9.558 εκ. κυβικά μέτρα. Τα απομένοντα απολήψιμα αποθέματα λιγνίτη ανέρχονται σε 1,7 δισ. τόνους.

Η παραγωγή λιγνίτη στο ΛΚΔΜ το 2017 ανήλθε σε 27,3 εκ. τόνους, έναντι 25,3 εκ. τόνων του 2016 και στο ΛΚΜ σε 8,1 εκ. τόνους έναντι 6,1 εκ. το 2016. Η συνολική παραγωγή λιγνίτη των ορυχείων της ΔΕΗ Α.Ε. τo 2017 ανήλθε σε 35,4 εκ. τόνους και οι συνολικές εκσκαφές σε 196,4 εκατ. κυβικά μέτρα.
Στα ορυχεία της ΔΕΗ το 2017 απασχολήθηκαν 4.302 άτομα ως μισθωτοί της επιχείρησης και 1.865 άτομα ως απασχολούμενοι σε εργοληπτικές εταιρείες. Τα έσοδα από την πώληση του λιγνίτη στους ΑΗΣ ανήλθαν σε 556,5 εκ €.
Οι δαπάνες για επενδύσεις των ορυχείων το ίδιο έτος ανήλθαν σε 75 εκ. €.

Για το 2018 προγραμματίζεται να παραχθούν 39,2 εκ. τόνοι λιγνίτη και να υλοποιηθούν επενδύσεις ύψους 93 εκ. €.

Ο λιγνίτης επί σειρά ετών αποτελούσε τη βασική πηγή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ΗΕ) στη χώρα, με το φθηνότερο κόστος. Αποτέλεσε βασικό παράγοντα στην ενεργειακή αυτοδυναμία της χώρας και ουσιαστικό μοχλό ανάπτυξής της. Τα τελευταία χρόνια έχουμε συνεχείς μειώσεις της παραγωγής λιγνίτη που οφείλεται:

  1. στον περιορισμό κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της εσωτερικής κρίσης,
  2. στον τρόπο που λειτουργεί η αγορά ενέργειας (προτεραιότητα απορρόφησης της παραγόμενης ενέργειας από ΑΠΕ),
  3. στην αύξηση του κόστους της παραγόμενης, από λιγνίτη ενέργειας λόγω στρεβλών χρεώσεων, τελών, κόστους εξαγοράς παραγόμενων ρύπων CO2 κ.α.
  4. στη χαμηλή τιμή (το τελευταίο διάστημα) του φυσικού αερίου που ευνοεί τις αντίστοιχες μονάδες παραγωγής, με χαμηλότερο μεταβλητό κόστος έναντι του λιγνίτη και τις εισαγωγές φθηνότερης ενέργειας από χώρες ανταγωνιστικότερες της Ελλάδας, με μικρότερες επιβαρύνσεις.
  5. στις περιβαλλοντικές δεσμεύσεις της Ε.Ε. και τις πολιτικές της σταδιακής μείωσης των μονάδων θερμικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Σχετικά με τις αιτίες που αναφέρθηκαν παραπάνω, ενδεικτικά σημειώνονται τα εξής:

  • Μεγάλες επιβαρύνσεις για την αγορά δικαιωμάτων εκπομπής CO2 από το 2013 και μετά, αυξάνουν το κόστος του λιγνίτη. Σήμερα επιβαρύνεται με 12-13 ευρώ η MWh. Για την περίοδο 2014-2020 η Ε.Ε. αποφάσισε να δίνει δωρεάν δικαιώματα εκπομπής CO2 σε χώρες που το ΑΕΠ τους το 2013 ήταν μικρότερο του 58% του μέσου ευρωπαϊκού. Η Ελλάδα δεν εντάχθηκε το 2013 γιατί είχε ΑΕΠ στο 60% του μέσου ευρωπαϊκού. Σήμερα που είναι πολύ χειρότερη η οικονομική κατάσταση στη χώρα, το δικαίωμα δωρεάν εκπομπών είναι προς διεκδίκηση.
  • Περιβαλλοντικές απαιτήσεις βάσει οδηγιών της Ε.Ε. οδηγούν σε σταδιακή απόσυρση (έως το 2023) παλαιών ελληνικών θερμικών μονάδων συνολικής ισχύος 1800 ΜW, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι μείωσης εκπομπών CO2, (επισημαίνεται ότι την περίοδο 2005-2014 η επιτευχθείσα μείωση εκπομπών CO2 ανέρχεται σε 24% ενώ για τα έτη 2020 και 2030 οι μειώσεις εκτιμώνται σε 38% και 55% αντίστοιχα, έναντι θεσμοθετημένων σε επίπεδο Ε.Ε στόχων 21% (2020) και 43% (2030) , πολύ μεγαλύτερες δηλαδή μειώσεις από άλλα, ισχυρότερα οικονομικά κράτη μέλη της Ε.Ε.). Χαρακτηριστικό της μείωσης στην παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας, είναι ότι θερμικές και υδροηλεκτρικές μονάδες της ΔΕΗ και τρίτων το 2008, προγραμματίζονταν για φορτίο 48ΤWh έναντι του 2017, που αγγίζουν μόλις τις 35 TWh. Χαρακτηριστική είναι και η πτώση ζήτησης στο σύστημα, λόγω της οικονομικής κρίσης. Το 2008, ήταν 56,3 TWh και το 2017 53 TWh.
  • Επιβολή ειδικών τελών στο λιγνίτη που δεν ισχύουν για άλλες πηγές παραγωγής.
  • Μεγάλη διείσδυση στο σύστημα των ΑΠΕ και μάλιστα κατά προτεραιότητα απορρόφησης της παραγόμενης ενέργειας από το σύστημα (2008: 2 ΤWh-2017: 10 TWh), λόγω της εξαιρετικά ευνοϊκής τιμολόγησης της TWh. Aυτό, οδηγεί σε αναγκαστική μείωση παραγωγής λιγνίτη και μείωση της συμμετοχής του στην τελικώς παραγόμενη ενέργεια.

Η συνεχώς μειούμενη παραγωγή λιγνίτη το 2017, έφτασε μόλις τους 37,4 εκ. τόνους έναντι 48, 03 εκ. του 2014 και 62 εκ. του 2009 με αντίστοιχη παραγωγή ενέργειας μόλις 16,4 TWh (συμμετοχή κατά 36%) έναντι 30,5 ΤWh του 2009 και 22,7 TWh τo 2014.

Η εξόρυξη του λιγνίτη διενεργείται με τους ηλεκτροκίνητους καδοφόρους εκσκαφείς και, παράλληλα, με τη χρήση εκσκαπτικών ντιζελοκίνητων μηχανημάτων από εργολάβους.

Το κρίσιμο μειονέκτημα εξόρυξης με εκσκαπτικά ντιζελοκίνητα μηχανήματα, είναι η αδυναμία ακριβούς διαλογής λεπτών στρωμάτων λιγνίτη, και ο διαχωρισμός τους από τα ενδιάμεσα στρώματα αγόνων υλικών, με αποτέλεσμα την ποιοτική υποβάθμιση του καυσίμου, με ότι αυτό συνεπάγεται στην απόδοση των ΑΗΣ και στο περιβάλλον.

Για την αντιμετώπιση, εν μέρει, του προβλήματος αποφασίστηκε η χρήση μηχανήματος, εκλεκτικής εξόρυξης λιγνιτικών κοιτασμάτων λεπτών ενστρώσεων, τύπου Surface Miner 2500SM, η οποία αποσκοπεί στην αύξηση του βαθμού απόληψης λιγνιτικών κοιτασμάτων και διευκόλυνση της ομογενοποίησης του λιγνίτη, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της ποιότητάς του, την αύξηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω της μείωσης της ειδικής κατανάλωσης λιγνίτη, λόγω αύξησης της θερμογόνου δύναμης, τη μείωση του κόστους της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και τη μείωση των δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον, μέσω της μείωσης του ελκυόμενου CO2 και της παραγόμενης τέφρας.

Eντός του 2018 ή στις αρχές του 2019, η Εταιρεία πρόκειται να ολοκληρώσει την προσπάθεια αποεπένδυσης λιγνιτικών μονάδων (πώληση αυτών), που παράγουν το 40% της λιγνιτικής ισχύος. Στοιχεία για το σχέδιο αποεπένδυσης υπάρχουν στο παρακάτω infographic.